Έθιμα Ταφής – Hannah Kent

Ήρθε τελικά ο καιρός του! Και ενώ είχε μέρες που είχε πάρει θέση περίοπτη στο κομοδίνο (το γνωστό) με κάποιες άλλες υποχρεώσεις πήγε ολίγον πίσω. Αλλά όπως είπα ήρθε η σειρά του και το πήρα με λαχτάρα στα χέρια μου. Εξάλλου ένα βιβλίο με τόσο περίεργο τίτλο, με ενδιαφέρον και  ελκυστικό εξώφυλλο και μια καλά επημελημένη έκδοση, καθώς και το περιληπτικό σημείωμα της υπόθεσης στο οπισθόφυλλο, γραμμένο με τέτοιο τρόπο που αφήνει υποσχέσεις για το τί θα ακολουθήσει, ήταν λόγος προσδοκιών. Δεν με απογοήτευσε φυσικά!

DSCN3765Ξεκινάω λίγο ανάποδα.
Στον επίλογό της η Hannah Kent αναφέρει λίγο πολύ, πως το βιβλίο αυτό ήταν αποτέλεσμα πολυετούς μελέτης. Η Κεντ κατάφερε να γράψει ένα δυνατό πρώτο μυθιστόρημα, βασισμένο πάνω στην αληθινή ιστορία της Άγκνες Μαγκνουσντότιρ. Της τελευταίας γυναίκας που τιμωρήθηκε με αποκεφαλισμό στην Ισλανδία το σωτήριο έτος 1830μ.χ. Ένα μυθιστόρημα που συγκινεί βαθιά. Η Αυστραλή συγγραφέας κατάφερε στα 29 της χρόνια να κάνει ένα δυνατό ξεκίνημα με ένα μυθιστόρημα καθηλωτικό.

Η Κέντ άκουσε για αυτή την ιστορία πρώτη φορά σε νεαρή ηλικία και όντας υπότροφη στη Λέσχη Ρόταρι στην Ισλανδία. Η ιστορία της Άγκνες Μαγκνουσντότιρ την έβαλε σε μια διαδικασία αναζήτησης στοιχείων για την υπόθεση αυτή με αποτέλεσμα αργότερα να γραφτεί αυτό το βιβλίο.

Μέρος των προσώπων – πρωταγωνιστών ήταν υπαρκτά και διαδραμάτισαν το ρόλο τους στην πραγματική ιστορία ενώ άλλα αποκρύφτηκαν ή αλλοιώθηκαν εσκεμμένα και φυσικά κάποια επινοήθηκαν για την ροή της ιστορίας, όλα με σεβασμό από μέρους της και σε καμιά περίπτωση με σκοπό την προσβολή της μνήμης της ίδιας της Άγκνες ή των απογόνων των λοιπών εμπλεκομένων, όπως η ίδια αναφέρει. Ο τόπος που διαδραματίζεται είναι επίσης πραγματικός, καθώς μέρος αυτών των υποτακτικών υφίστανται ακόμη και σήμερα και με τις ίδιες ονομασίες.

Η ιστορία εξελίσσεται στις αρχές του 19ου αιώνα, σε μια βόρεια απομονωμένη σχετικά επαρχίαDSCN3756 της Ισλανδίας η οποία τελεί ακόμη κάτω από της εντολές της Δανίας. Σε μια εποχή που ακόμη δεν έχει αποτινάξει τις προκαταλήψεις και καθετί διαφορετικό ταυτίζεται με το κακό, με έντονη τη θρησκευτικό χρώμα που καταδικάζει την επιστήμη και τη γνώση, με υποβόσκον το κυνήγι των μαγισσών, εφόσον ως τέτοια εν μέρει θεωρούν την κατηγορούμενη. Και όλο αυτό έρχεται σε σημαντική αντίθεση με το γεγονός του ότι ο αναλφαβητισμός στην Ισλανδία ήταν σημαντικά μικρός από την εποχή εκείνη ακόμη.

Η Κεντ, με λυρισμό, καθηλωτικές και ολοκληρωμένες περιγραφές βάζει τον αναγνώστη μέσα στους τόπους και τους χαρακτήρες που πρωταγωνιστούν, τους κρατάει σε αγωνία παρόλο που το τέλος είναι γνωστό και σε κάνει να ρουφάς κυριολεκτικά την κάθε λέξη και σελίδα ανυπομονώντας να πας στην επόμενη, να δεις την εξέλιξη.

Το κρύο, η υγρασία ακόμη και το χιόνι και η λάσπη του τοπίου, νιώθεις να σε περονιάζουν σαν να βρίσκεσαι εκεί, τα χρώματα του Βόρειου Σέλας έρχονται σε έντονη αντίθεση με το γύρω άγριο τοπίο, σε καθηλώνουν και σε μαγεύουν.

Έντονες εικόνες, της φύσης, της θάλασσας, μυρωδιά από το κομένο στάχυ και, μέσα σε όλο αυτό το σκηνικό βλέπουμε το ατέρμονο πήγαινε έλα των εργατών και παραδουλευτριών κατά την διάρκεια της άνοιξης και του καλοκαιριού, προς αναζήτηση νέων, καλύτερων συνθηκών εργασίας.

Η περιγραφή στην πρώτη της φυλακή εκεί στο υποτακτικό του Νομαρχιακού επιτρόπου Μπγιορν Μπλόνταλ, τόσο γλαφυρή, δημιουργεί την αίσθηση ότι είσαι κάπου εκεί κρυμμένος στις σκιές και νιώθεις τις αψιές μυρωδιές της ανθρώπινης δραστηριότητας, ενώ η διαδρομή για το υποτακτικό του Κορνσάου με την εξαθλιωμένη και διψασμένη Άγκνες, μεταδίδει την αγωνία και τον φόβο για το αύριο και το άγνωστο.

Στο υποτακτικό, αντιμετωπίζει τις αντικρουόμενες αντιδράσεις της οικογένειας, που ενώ την φοβούνται και την αποφεύγουν, παρόλα αυτά την περιποιούνται δείχνοντας ένα ανθρώπινο πρόσωπο, χαρακτηριστική η σκηνή με τη Μάνα – Μάργκρετ το πρώτο βράδυ με τη διαδικασία του λουτρού της Άγκνες αλλά και στο τελευταίο της βράδυ με τη διαδικασία της προετοιμασίας της. Κάποιες σκηνές από τις πολλές που η συναισθηματική φόρτιση φτάνει στα όριά της χωρίς να νιώθω πως τα περνάει.

Όλοι, η Μάνα, οι δύο κόρες, αντιδιαμετρικά αντίθετες σε απόψεις, χαρακτήρα, πράξεις και αντιλήψεις για την «φυλακισμένη τους», ακόμη και ο απόμακρος πατέρας, έρχονται σε μικροσυγκρούσεις μεταξύ τους αλλά και με την ευρύτερη αντίληψη της κοινωνίας που τους περιβάλλει, και βρίσκονται τελικά σε εσωτερική σύγκρουση για την καταδίκη και επερχόμενη εκτέλεση.

Η αγωνία της Άγκνες σπαρακτική στην αρχή και όσο είναι κλεισμένη στην φυλακή του Νομαρχιακού Επιτρόπου Μπλόνταλ με τις άθλιες συνθήκες διαβίωσης, αφήνει και αφήνεται σταδιακά σε μια πιο ήπια σχέση με τον επερχόμενό της θάνατο όσο ζει ως υπόδικος – παραδουλεύτρα στο υποτακτικό του Κορνσάου και στην οικογένεια του Γιον Γιόνσον, κορυφώνεται στο τέλος με την τετελεσμένη αναγγελία της εκτέλεσής της, εκεί που λυγίζει και παρακαλάει για τη σωτηρία της τόσο τον πνευματικό της καθοδηγητή Τότι όσο και τον «δεσμοφύλακα» της Γιον Γιόνσον.

Διφορούμενη παραμένει και η σχέση με τον πνευματικό της καθοδηγητή Τότι ή τον κατά κόσμον Ιεροδιάκονο Θορβαρδούρ Γιόνσον, ο οποίος καταπονείται πνευματικά και σωματικά προσπαθώντας να φέρει εις πέρας το έργο που του ανατέθηκε, δοκιμάζεται και δοκιμάζει τα όρια της πίστης του, οδηγώντας την Άγκνες σε μια λυτρωτική εξομολόγηση, αντίθετα με τις καθιερωμένες και ορθολογικές πρακτικές της επίσημης Εκκλησίας.

Ο τρόπος που προσεγγίζει την Άγκνες, ανορθολογικός για την εποχή, βάζει την Άγκνες να εξομολογείται σαν να βρίσκεται σε συνεδρία ψυχολόγου, παρά σε εξομολογητήριο εκκλησίας, με μάρτυρες, αναγκαστικά, την υπόλοιπη οικογένεια του υποτακτικού. Όταν αυτός δεν καταφέρνει να ανταπεξέλθει στις υποχρεώσεις του λόγο ασθενείας, το ρόλο αναλαμβάνει η Μάρκρετ, η Μάνα του υποτακτικού. Εδώ δίνει και όλες τις σχετικές πληροφορίες της ζωής της ως την στιγμή της διπλής δολοφονίας του εργοδότη και εραστή της Νάταν Κέτιλσον, καθώς και του Πέτουρ Γιόνσον που έτυχε να φιλοξενείται το βράδυ της δολοφονίας στο υποτακτικό του πρώτου.

Δυνατή και δραματική επίσης η στιγμή εκείνη κατά την οποία πληροφορείται πως ο ένας εκ των δύο άλλων συνακαταδίκων της και συγκεκριμένα η μικρή Σίγκα, απαλλάσεται από την διά αποκεφαλισμού καταδίκη και τελικά πρόκειται να εκτίσει μόνο ποινή φυλάκισης.

Η συνέχεια στο βιβλίο….

Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου παίρνουμε μια ιδέα για την ιστορία:
Στη Βόρεια Ισλανδία, το 1829, η Άγκνες Μάγκνουσντότιρ καταδικάζεται σε θάνατο για τη συμμετοχή της στη βίαιη δολοφονία του εραστή της. Με απόφαση του Νομαρχιακού Επιτρόπου Μπγιορν Μπλόνταλ περνάει τους τελευταίους μήνες της ζωής της στο αγρόκτημα του Νομαρχιακού υπαλλήλου Γιον Γιονσον, στο ίδιο σπίτι με τη γυναίκα του και τις δυο τους κόρες.
Τρομοκρατημένη από την παρουσία μιας φόνισσας η οικογένεια αποφεύγει κάθε επαφή με την Άγκνες. Μόνον ο Τότι, ο νεαρός ιεροδιάκονος εφημέριος, διορισμένος πνευματικός της, προσπαθεί να τη στηρίξει και να τη συντροφεύσει ως το τέλος.
Καθώς οι εβδομάδες περνούν, η δύσκολη αγροτική ζωή αναγκάζει τα μέλη της οικογένειας να δουλέψουν πλάι πλάι με την Άγκνες.
Η ιστορία ξεδιπλώνεται σιγά σιγά και τόσο το ζευγάρι όσο και οι δύο κόρες του, συνειδητοποιούν με φρίκη ότι η πραγματικότητα δεν είναι αυτή που νομίζαν.

Τα «Έθιμα Ταφής» της Hannah Kent, κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Ίκαρος σε μετάφραση Μαρίας Αγγελίδου.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s