Έθιμα Ταφής – Hannah Kent

Ήρθε τελικά ο καιρός του! Και ενώ είχε μέρες που είχε πάρει θέση περίοπτη στο κομοδίνο (το γνωστό) με κάποιες άλλες υποχρεώσεις πήγε ολίγον πίσω. Αλλά όπως είπα ήρθε η σειρά του και το πήρα με λαχτάρα στα χέρια μου. Εξάλλου ένα βιβλίο με τόσο περίεργο τίτλο, με ενδιαφέρον και  ελκυστικό εξώφυλλο και μια καλά επημελημένη έκδοση, καθώς και το περιληπτικό σημείωμα της υπόθεσης στο οπισθόφυλλο, γραμμένο με τέτοιο τρόπο που αφήνει υποσχέσεις για το τί θα ακολουθήσει, ήταν λόγος προσδοκιών. Δεν με απογοήτευσε φυσικά!

DSCN3765Ξεκινάω λίγο ανάποδα.
Στον επίλογό της η Hannah Kent αναφέρει λίγο πολύ, πως το βιβλίο αυτό ήταν αποτέλεσμα πολυετούς μελέτης. Η Κεντ κατάφερε να γράψει ένα δυνατό πρώτο μυθιστόρημα, βασισμένο πάνω στην αληθινή ιστορία της Άγκνες Μαγκνουσντότιρ. Της τελευταίας γυναίκας που τιμωρήθηκε με αποκεφαλισμό στην Ισλανδία το σωτήριο έτος 1830μ.χ. Ένα μυθιστόρημα που συγκινεί βαθιά. Η Αυστραλή συγγραφέας κατάφερε στα 29 της χρόνια να κάνει ένα δυνατό ξεκίνημα με ένα μυθιστόρημα καθηλωτικό.

Η Κέντ άκουσε για αυτή την ιστορία πρώτη φορά σε νεαρή ηλικία και όντας υπότροφη στη Λέσχη Ρόταρι στην Ισλανδία. Η ιστορία της Άγκνες Μαγκνουσντότιρ την έβαλε σε μια διαδικασία αναζήτησης στοιχείων για την υπόθεση αυτή με αποτέλεσμα αργότερα να γραφτεί αυτό το βιβλίο.

Μέρος των προσώπων – πρωταγωνιστών ήταν υπαρκτά και διαδραμάτισαν το ρόλο τους στην πραγματική ιστορία ενώ άλλα αποκρύφτηκαν ή αλλοιώθηκαν εσκεμμένα και φυσικά κάποια επινοήθηκαν για την ροή της ιστορίας, όλα με σεβασμό από μέρους της και σε καμιά περίπτωση με σκοπό την προσβολή της μνήμης της ίδιας της Άγκνες ή των απογόνων των λοιπών εμπλεκομένων, όπως η ίδια αναφέρει. Ο τόπος που διαδραματίζεται είναι επίσης πραγματικός, καθώς μέρος αυτών των υποτακτικών υφίστανται ακόμη και σήμερα και με τις ίδιες ονομασίες.

Η ιστορία εξελίσσεται στις αρχές του 19ου αιώνα, σε μια βόρεια απομονωμένη σχετικά επαρχίαDSCN3756 της Ισλανδίας η οποία τελεί ακόμη κάτω από της εντολές της Δανίας. Σε μια εποχή που ακόμη δεν έχει αποτινάξει τις προκαταλήψεις και καθετί διαφορετικό ταυτίζεται με το κακό, με έντονη τη θρησκευτικό χρώμα που καταδικάζει την επιστήμη και τη γνώση, με υποβόσκον το κυνήγι των μαγισσών, εφόσον ως τέτοια εν μέρει θεωρούν την κατηγορούμενη. Και όλο αυτό έρχεται σε σημαντική αντίθεση με το γεγονός του ότι ο αναλφαβητισμός στην Ισλανδία ήταν σημαντικά μικρός από την εποχή εκείνη ακόμη.

Η Κεντ, με λυρισμό, καθηλωτικές και ολοκληρωμένες περιγραφές βάζει τον αναγνώστη μέσα στους τόπους και τους χαρακτήρες που πρωταγωνιστούν, τους κρατάει σε αγωνία παρόλο που το τέλος είναι γνωστό και σε κάνει να ρουφάς κυριολεκτικά την κάθε λέξη και σελίδα ανυπομονώντας να πας στην επόμενη, να δεις την εξέλιξη.

Το κρύο, η υγρασία ακόμη και το χιόνι και η λάσπη του τοπίου, νιώθεις να σε περονιάζουν σαν να βρίσκεσαι εκεί, τα χρώματα του Βόρειου Σέλας έρχονται σε έντονη αντίθεση με το γύρω άγριο τοπίο, σε καθηλώνουν και σε μαγεύουν.

Έντονες εικόνες, της φύσης, της θάλασσας, μυρωδιά από το κομένο στάχυ και, μέσα σε όλο αυτό το σκηνικό βλέπουμε το ατέρμονο πήγαινε έλα των εργατών και παραδουλευτριών κατά την διάρκεια της άνοιξης και του καλοκαιριού, προς αναζήτηση νέων, καλύτερων συνθηκών εργασίας.

Η περιγραφή στην πρώτη της φυλακή εκεί στο υποτακτικό του Νομαρχιακού επιτρόπου Μπγιορν Μπλόνταλ, τόσο γλαφυρή, δημιουργεί την αίσθηση ότι είσαι κάπου εκεί κρυμμένος στις σκιές και νιώθεις τις αψιές μυρωδιές της ανθρώπινης δραστηριότητας, ενώ η διαδρομή για το υποτακτικό του Κορνσάου με την εξαθλιωμένη και διψασμένη Άγκνες, μεταδίδει την αγωνία και τον φόβο για το αύριο και το άγνωστο.

Στο υποτακτικό, αντιμετωπίζει τις αντικρουόμενες αντιδράσεις της οικογένειας, που ενώ την φοβούνται και την αποφεύγουν, παρόλα αυτά την περιποιούνται δείχνοντας ένα ανθρώπινο πρόσωπο, χαρακτηριστική η σκηνή με τη Μάνα – Μάργκρετ το πρώτο βράδυ με τη διαδικασία του λουτρού της Άγκνες αλλά και στο τελευταίο της βράδυ με τη διαδικασία της προετοιμασίας της. Κάποιες σκηνές από τις πολλές που η συναισθηματική φόρτιση φτάνει στα όριά της χωρίς να νιώθω πως τα περνάει.

Όλοι, η Μάνα, οι δύο κόρες, αντιδιαμετρικά αντίθετες σε απόψεις, χαρακτήρα, πράξεις και αντιλήψεις για την «φυλακισμένη τους», ακόμη και ο απόμακρος πατέρας, έρχονται σε μικροσυγκρούσεις μεταξύ τους αλλά και με την ευρύτερη αντίληψη της κοινωνίας που τους περιβάλλει, και βρίσκονται τελικά σε εσωτερική σύγκρουση για την καταδίκη και επερχόμενη εκτέλεση.

Η αγωνία της Άγκνες σπαρακτική στην αρχή και όσο είναι κλεισμένη στην φυλακή του Νομαρχιακού Επιτρόπου Μπλόνταλ με τις άθλιες συνθήκες διαβίωσης, αφήνει και αφήνεται σταδιακά σε μια πιο ήπια σχέση με τον επερχόμενό της θάνατο όσο ζει ως υπόδικος – παραδουλεύτρα στο υποτακτικό του Κορνσάου και στην οικογένεια του Γιον Γιόνσον, κορυφώνεται στο τέλος με την τετελεσμένη αναγγελία της εκτέλεσής της, εκεί που λυγίζει και παρακαλάει για τη σωτηρία της τόσο τον πνευματικό της καθοδηγητή Τότι όσο και τον «δεσμοφύλακα» της Γιον Γιόνσον.

Διφορούμενη παραμένει και η σχέση με τον πνευματικό της καθοδηγητή Τότι ή τον κατά κόσμον Ιεροδιάκονο Θορβαρδούρ Γιόνσον, ο οποίος καταπονείται πνευματικά και σωματικά προσπαθώντας να φέρει εις πέρας το έργο που του ανατέθηκε, δοκιμάζεται και δοκιμάζει τα όρια της πίστης του, οδηγώντας την Άγκνες σε μια λυτρωτική εξομολόγηση, αντίθετα με τις καθιερωμένες και ορθολογικές πρακτικές της επίσημης Εκκλησίας.

Ο τρόπος που προσεγγίζει την Άγκνες, ανορθολογικός για την εποχή, βάζει την Άγκνες να εξομολογείται σαν να βρίσκεται σε συνεδρία ψυχολόγου, παρά σε εξομολογητήριο εκκλησίας, με μάρτυρες, αναγκαστικά, την υπόλοιπη οικογένεια του υποτακτικού. Όταν αυτός δεν καταφέρνει να ανταπεξέλθει στις υποχρεώσεις του λόγο ασθενείας, το ρόλο αναλαμβάνει η Μάρκρετ, η Μάνα του υποτακτικού. Εδώ δίνει και όλες τις σχετικές πληροφορίες της ζωής της ως την στιγμή της διπλής δολοφονίας του εργοδότη και εραστή της Νάταν Κέτιλσον, καθώς και του Πέτουρ Γιόνσον που έτυχε να φιλοξενείται το βράδυ της δολοφονίας στο υποτακτικό του πρώτου.

Δυνατή και δραματική επίσης η στιγμή εκείνη κατά την οποία πληροφορείται πως ο ένας εκ των δύο άλλων συνακαταδίκων της και συγκεκριμένα η μικρή Σίγκα, απαλλάσεται από την διά αποκεφαλισμού καταδίκη και τελικά πρόκειται να εκτίσει μόνο ποινή φυλάκισης.

Η συνέχεια στο βιβλίο….

Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου παίρνουμε μια ιδέα για την ιστορία:
Στη Βόρεια Ισλανδία, το 1829, η Άγκνες Μάγκνουσντότιρ καταδικάζεται σε θάνατο για τη συμμετοχή της στη βίαιη δολοφονία του εραστή της. Με απόφαση του Νομαρχιακού Επιτρόπου Μπγιορν Μπλόνταλ περνάει τους τελευταίους μήνες της ζωής της στο αγρόκτημα του Νομαρχιακού υπαλλήλου Γιον Γιονσον, στο ίδιο σπίτι με τη γυναίκα του και τις δυο τους κόρες.
Τρομοκρατημένη από την παρουσία μιας φόνισσας η οικογένεια αποφεύγει κάθε επαφή με την Άγκνες. Μόνον ο Τότι, ο νεαρός ιεροδιάκονος εφημέριος, διορισμένος πνευματικός της, προσπαθεί να τη στηρίξει και να τη συντροφεύσει ως το τέλος.
Καθώς οι εβδομάδες περνούν, η δύσκολη αγροτική ζωή αναγκάζει τα μέλη της οικογένειας να δουλέψουν πλάι πλάι με την Άγκνες.
Η ιστορία ξεδιπλώνεται σιγά σιγά και τόσο το ζευγάρι όσο και οι δύο κόρες του, συνειδητοποιούν με φρίκη ότι η πραγματικότητα δεν είναι αυτή που νομίζαν.

Τα «Έθιμα Ταφής» της Hannah Kent, κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Ίκαρος σε μετάφραση Μαρίας Αγγελίδου.

Advertisements

Τα χίλια φθινόπωρα του Γιάκομπ Ντε Ζουτ – Ντέιβιντ Μίτσελ

Το βιβλίο το αγόρασα πριν ένα μήνα και κάτι.  Φυσική του πορεία το κομοδίνο μου, στη στοίβα για «άμεση κατανάλωση», καθώς υπάρχουν και οι στοίβες των μελλοντικών αναγνωσμάτων βραχείας και μακροχρόνιας αναμονής… Στο μεταξύ συνέχισα την ανάγνωση άλλων που είχα ήδη. cf87ceafcebbceb9ceb1cf86ceb8ceb9cebdcf8ccf80cf89cf81ceb1Αλλά το«φλερτ» του Ντε Ζουτ, εκεί στη στοίβα μου, διακριτικό και επίμονο. Με το που έμπαινα στο δωμάτιο, μου έκλεινε το μάτι. Αντιστάθηκα μερικά βράδια… Αλλά πόσο μπορώ να αντέξω η γυναίκα! Έτσι ενώ είχα άλλο στην αγκαλιά, ένα βράδυ και αφού ετοιμαζόμουν μετά την ανάγνωση του βιβλίου μου να κοιμηθώ, μπήκα στον πειρασμό να ενδώσω…

Διάβασα το πρώτο κεφάλαιο του πρώτου μέρους μονορούφι!!! Τι κεφάλαιο! Τι περιγραφή καθηλωτική! Ναι είχα ενδώσει… αλλά επειδή δεν μου αρέσει να πέφτω στην παγίδα και να αφήνω αδιάβαστα, ολοκλήρωσα την ανάγνωση του ήδη αρχινημένου μου και μετά πήρα με προσμονή και λαχτάρα στα χέρια μου τον Ντε Ζουτ!…

Ξεκίνησα πάλι από το πρώτο κεφάλαιο για να μπω σε ροή και, ξαφνικά, στο δεύτερο κεφάλαιο φρέναρα. Αρκετά κιόλας… Οι γραμμές και οι λέξεις διαβάζονταν βασανιστικά αργά. Έννοιες και φράσεις, περιγραφές που με άφηναν με ανοιχτό στόμα για το πόσο διεισδυτικά μπορεί κάποιος να περιγράφει εικόνες, πρόσωπα, πράξεις και μια επαναλαμβανόμενη σύντμηση ονόματος που μου έφερνε αμυδρά στο μυαλό κάτι που ήξερα(;)… Συνέχισα την ανάγνωση, βασανιστικά αργά είναι η αλήθεια. Και ξαφνικά εκεί στη σελίδα 168, συγκεκριμένα στη σημείωση 107, μου φανερώθηκε αυτό που είχα στο μυαλό μου υποσυνείδητα!

Θα σας βγάλω λίγο εκτός βιβλίου γιατί ήταν σημαντικό για μένα και ο λόγος καθυστέρησης τελικά… Μου έκανε εντύπωση πως το κείμενο πραγματεύεται πέρα από τα αμιγώς Ιαπωνικά και ναυτικά θέματα, το θέμα της αποικιοκρατικής Ολλανδίας, του Άμστερνταμ και του πρώτου χρηματιστηρίου που λειτούργησε ποτέ!!! ΓΚΟΝΓΚ!!!
Αυτό ήταν η αναφορά της σημείωσης και αυτό ήταν το κουδουνάκι για εμένα! Είχα την τιμή στη σχολή μου να έχω καθηγητή ο οποίος τιμήθηκε για την μελέτη αυτού ακριβώς του γεγονότος. Η μελέτη αφορούσε την «πρώτη Αρχική Δημόσια Εγγραφή που έχει καταγραφεί ποτέ στον πλανήτη, αυτήν της Ναυτιλιακής εταιρίας Verenigde Oostindische Compagnie (United East India Company, VOC) που έλαβε μέρος στο Χρηματιστήριο του Άμστερνταμ το 1602».
Λόγο του γεγονότος αυτού, της γνώσης μέρους της μελέτης αυτής που είχαμε συζητήσει, η αρχική αναφορά στη VOC μου ανέσυρε μνήμες που δεν ήταν δυνατόν να ταυτοποιηθούν αυτόματα λόγω του λογοτεχνικού αναγνώσματος. Η υποσημείωση ήρθε και κούμπωσε τα κενά. Κλείνω τη σχετική παρένθεση.

Μετά από αυτή την «αποκάλυψη» συνέχισα την ανάγνωση του υπόλοιπου βιβλίου πολύ πιο γρήγορα από πριν, έχοντας τοποθετήσει επιτέλους και «δικά μου κουτάκια» μέσα στο χωροχρονικό του μυθιστορήματος. Το δεύτερο μέρος που πραγματεύεται μια διαφορετική «συνθήκη» μακριά από τη θάλασσα και τη VOC, με στοιχεία της ενδοχώρας και καταστάσεων περισσότερο «βατών» για μένα αναγνωστικά, έφυγε νερό, όπως το πρώτο κεφάλαιο. Περιγραφές όμορφες, ιδιαίτερες και πραγματικά εντυπωσιακές. Δε θα μπω σε λεπτομέρειες για τον απλούστατο λόγο ότι η αναγνωστική «ανακάλυψη» είναι πολύ σημαντική και όσοι δεν έχουν διαβάσει το βιβλίο δεν είναι υποχρεωμένοι να μαθαίνουν από εμένα λεπτομέρειες του βιβλίου.

Και μπήκα μετά από ενάμιση βράδυ στο τρίτο μέρος του βιβλίου… Δυστυχώς πάλι φρέναρα με την ιδιαίτερη ναυτική ορολογία και τα μπρος πίσω στις απαραίτητες σημειώσεις κατανόησης. Θεέ μου, σκέφτηκα, Μαρία Ξυλούρη πως κατάφερες να μεταφράσεις αυτό το βιβλίο!!! Μπράβο και πάλι μπράβο! Εικόνες, περιγραφές, λέξεις και συναισθήματα σε ένα απίστευτο γαϊτανάκι. Περιέργεια και ανυπομονησία για το αποτέλεσμα και την έκβαση της ιστορίας λίγο πριν το τέλος. Νομίζεις πως το ψυχανεμίζεσαι, αλλά και πάλι… ξέρεις; Είσαι σίγουρος; Θέλεις να τελειώσει κάπως, όλοι μας νομίζω φαντάζονται κάποιες φορές το τέλος και θέλουν η έκβαση να είναι η επιθυμητή. Είναι όμως; Κάνει ο συγγραφέας την χάρη στον αναγνώστη ή τελικά τον αφήνει για μια φορά ακόμη άφωνο από την ανατροπή;

Κάπως έτσι σκεφτόμουν μερικές σελίδες πριν την αναγνωστική ολοκλήρωση. Και ενώ είμαι πολύ κοντά στο τέλος, κατόπιν μιας αναγκαστικής διακοπής (λόγο τέκνων), αντί να πάρω να τελειώσω το βιβλίο, ξεκίνησα να γράφω την ανάρτηση αυτή. [Τι κάνω;] σκέφτηκα, [πως θα γράψεις κάτι για ένα τέτοιο βιβλίο χωρίς να έχεις ολοκληρώσει την ανάγνωση και την «εικόνα»;] Κατόπιν συνέχισα, λίγο πιο χαλαρά… [Δεν θέλω να τελειώσει σκέφτηκα. Καθυστερώ σκόπιμα, γιατί θέλω και άλλο. Μου έμειναν μόνο τριάντα σελίδες περίπου και νιώθω πως θέλω και άλλο, δε θέλω να τελειώσει…]
Παρόλα αυτά, όλα το ωραία κάποτε τελειώνουν… Οπότε, ο Ντε Ζουτ μετά από το έντονο κλείσιμο του ματιού με πήρε και με παρέσυρε στην ανάγνωση των τελευταίων σελίδων του…
Δε θα σας πω και πολλά για το τέλος του, δεν κάνει. Σας παραθέτω το link – ΓΛΑΡΟΙ ένα απόσπασμα ενός άκρως περιγραφικού κεφαλαίου που έβαλε η Μαρία Ξυλούρη στο προσωπικό της ιστολόγιο.

Το τέταρτο και πέμπτο μέρος του βιβλίου, μικρά και περιγραφικά κεφάλαια στην ουσία τους, ως επιστέγασμα μιας ιστορίας Χιλίων Φθινοπώρων… Αυτών του Γιάκομπ Ντε Ζουτ!
Και θα το πω, χωρίς ντροπή… έντονα συναισθήματα συγκίνησης με κατέκλυσαν!
Απίστευτο ανάγνωσμα!
Με όλες τις δυσκολίες του, προτείνω ανεπιφύλακτα ένα ταξίδι στα Χίλια του Φθινόπωρα!

Η εξομολόγηση: Πρώτος μου Μίτσελ. Το δηλώνω ευθαρσώς για να μην το έχω βάρος. Δεν τον ήξερα και αν δεν είχα ακούσει τις συγκεκριμένες βιβλιοφιλικές εκπομπές του AmagiRadio πιθανόν δεν θα τον είχα ανακαλύψει ακόμη… Θερμά συγχαρητήρια στην Μαρία Ξυλούρη που μετέφρασε αυτό το βιβλίο για εμένα και όλους σαν εμένα που δεν θα μπορούσαν να το διαβάσουν στο πρωτότυπο, γιατί παρόλο που γνωρίζω αγγλικά, δεν έχω μπει στη διαδικασία να διαβάζω λογοτεχνία σε αυτά… Καλώς ή κακώς!

Παραπέμπω σε link  με περισσότερες αναφορές στο βιβλίο, που είναι και περισσότερο κατατοπιστικές ίσως. Οι δικές μου αναφορές είναι περισσότερο «συναισθηματικές»…
Κατερίνα
Μαρία Ξυλούρη
Βιβή Γεωργαντοπούλου
Πολλά περισσότερα στο www.biblionet.gr

«Το κλειδί» του Τζ. Τανιζάκι

Όταν ακούς κάποιον να λέει κατ’ επανάληψη για ένα βιβλίο που διάβασε και το οποίο το προτείνει κατά κόρον στον κόσμο, ειδικά όμως  στις γυναίκες, όλο και θα μπεις στην διαδικασία από περιέργεια να το αναζητήσεις. Αυτό έπαθα και εγώ με «το κλειδί» του Τανιζάκι και την συνεχή προτροπή της Κατερίνας στην εκπομπή της. Οπότε, απλά δεν μπόρεσα να αντισταθώ και φυσικά έσπευσα να το προμηθευτώ!

Η περιγραφή την οποία ξεσήκωσα από την εισαγωγή του βιβλίου έχει ως εξής:thumbnail
«Το κλειδί»(γραμμένο το 1956), είναι το προτελευταίο μυθιστόρημα του Τζουνιτσίρο Τανιζάκι και μαζί με το τελευταίο του το «Ημερολόγιο ενός ξεμωραμένου γέρου» (1961) , αποτελούν μια ιδιαίτερη θεματική ενότητα. Πραγματεύονται ένα από τα αγαπημένα θέματα της ιαπωνικής λογοτεχνίας, αυτό του ηλικιωμένου άνδρα που έχει ακόμα μέσα του τη φλόγα του έρωτα και το όψιμο πάθος που τον οδηγεί στην καταρράκωση.
«Το κλειδί» είναι ένα μυθιστόρημα που αναπτύσσεται με τη μορφή δυο ημερολογίων που κρατούν αντιστοίχως ο άντρας και η γυναίκα , παντρεμένοι χρόνια και κουρασμένοι. Από ένα σημείο και μετά , ο καθένας προορίζει το ημερολόγιο για την κρυφή ανάγνωση από τον άλλο, με σκοπό να τον ερεθίσει αλλά και να τον πληγώσει. Η διαφορά που αναπτύσσεται ανάμεσα στα δυο ημερολόγια δημιουργεί μια συνεχή ένταση και μας κάνει να γινόμαστε συνένοχοι του ενός και του άλλου από τους συζύγους – αυτό εναπόκειται στον αναγνώστη.

Η γνώμη μου: Διαβάζεται απνευστί! Παρόλο που είναι αρκετά πυκνογραμμένο, είναι ένα υπέροχο βιβλίο! Σίγουρα δεν θεωρώ πως είμαι κατάλληλη για να κρίνω, καθώς δεν είμαι γνώστης της Ιαπωνικής κουλτούρας, και γενικά για τα βιβλία πρέπει κάποιος να έχει εντρυφήσει πάρα πολύ για να θεωρηθεί «κριτής» παρόλα αυτά ένιωσα την ανάγκη να εκφέρω και την δική μου άποψη.

Αρχικά θεωρώ πως ο μεταφραστής κατείχε αρκετά καλά την Ιαπωνική κουλτούρα, καθώς και την ιδιαίτερη αυτή γλώσσα, καταφέρνοντας να δώσει τόσο όμορφα την απόδοση του ιδιαίτερου αυτού βιβλίου. Ένα βιβλίο που με έκανε να «προτρέχω» την εξέλιξη, να ανατρέχω σε προηγούμενες σελίδες νομίζοντας πως έχασα το νόημα, και στο τέλος να παραμένουν αναπάντητα ερωτήματα και κενά, τροφή για σκέψη!

Είμαι σίγουρη πως θα το ξαναδιαβάσω, απλά και μόνο για να διαπιστώσω πως δεν μου ξέφυγε κάτι. Ή απλά και μόνο για να διαπιστώσω το πόσο περίεργα όμορφα πλέκονται τα πρόσωπα και οι καταστάσεις.

Η ιστορία από ένα σημείο και μετά εκτυλίσσεται  τόσο απρόσμενα που οι σκέψεις και οι υποθέσεις έρχονται αυθόρμητα και τρομερά γρήγορα. Κάποιες επιβεβαιώνονται και κάποιες απλά απορρίπτονται από την ροή της ιστορίας. (Και η κόρη; Ακόμη προσπαθώ να δώσω στην κόρη την πραγματική της θέση μέσα στον χώρο, το χρόνο, τις καταστάσεις…)

«Το κλειδί» μεταφράστηκε για πρώτη φορά από τον κ. Παναγιώτη Ευαγγελίδη και κυκλοφόρησε στα Ελληνικά τον Ιούλιο του 1993, ενώ τον Νοέμβριο του 2013 επανεκτυπώθηκαν 1000 αντίτυπα για λογαριασμό των εκδόσεων Άγρα. Έχει γίνει ταινία στη Ιαπωνία και βραβεύτηκε στο Φεστιβάλ των Καννών το 1960 (σκοπεύω να την αναζητήσω!!!).

Σας παραπέμπω και στην εκπληκτική ανάλυση του βιβλίου από την Κατερίνα.

50 βιβλία που πρέπει να διαβάσεις πριν πεθάνεις

Σήμερα παραπέμπω τους φίλους μου, σε βιβλιοφιλικό blog που διαβάζω κατά καιρούς και στο οποίο έγινε ανάρτηση σχετικά με 50 βιβλία (και όχι μόνο) που αξίζουν να διαβαστούν.
Μέρος της λίστας έχω ήδη διαβάσει, ενώ άλλα περιμένουν ήδη στη λίστα αναμονής μου, ενώ κάποια που δεν τα ήξερα, απλά θα τα αναζητήσω σε πρώτη ευκαιρία.

«50 books to read before you die: αν δεν είχε αυτόν τον τίτλο ο σελιδοδείκτης, δεν θα με παρακινούσε να τον αγοράσω.
Ένα μακρόστενο μεταλλικό αντικείμενο, αρκετά βαρύ, που κάθε άλλο παρά όμορφο είναι, σίγουρα δεν με πείθει για να διακοσμεί τα βιβλία μου.
Ωστόσο, έχει αυτήν την πληροφορία χαραγμένη πάνω του που ήθελα να κρατήσω.
Αλήθεια ποια είναι τα πενήντα βιβλία μου προτείνει;»
Η συνέχεια εδώ.